Είστε εδώ

Δυσχρωματοψία

Η δυσχρωματοψία (ανεπάρκεια στην αντίληψη των χρωμάτων) είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο δεν έχει ορθή  αντίληψη συγκεκριμένων χρωμάτων. Τα αίτια για τα προβλήματα στην αντίληψη των χρωμάτων μπορεί να είναι είτε κληρονομικά, που υπάρχουν από τη γέννηση ενός ατόμου, είτε επίκτητα, που αναπτύσσονται αργότερα στη ζωή του.

Οι άνθρωποι που γεννιούνται με προβλήματα στην αντίληψη των χρωμάτων, δεν γνωρίζουν ότι αυτό που βλέπουν είναι διαφορετικό από αυτό που βλέπουν οι άλλοι, εκτός αν τους επισημανθεί. Οι άνθρωποι με επίκτητα προβλήματα στην αντίληψη των χρωμάτων γνωρίζουν ότι η χρωματική τους αντίληψη δυσλειτουργεί.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ανωμαλίες στην έγχρωμη όραση είναι κληρονομικές, συνδέονται με το Χ χρωμόσωμα και συνήθως περνούν από τη μητέρα στο γιο (τα ποσοστά αντρών με αχρωματοψία κυμαίνονται στο 8 % και είναι υψηλότερα των γυναικών, που κυμαίνονται στο 0,4%)

Τα προβλήματα που προκαλούνται σε αυτή την περίπτωση, οφείλονται σε μερική ή πλήρη έλλειψη των φωτοευαίσθητων φωτοϋποδοχέων (κωνία) στον αμφιβληστροειδή, (στον   φωτοευαίσθητο χιτώνα στο πίσω μέρος του ματιού). Φυσιολογικά υπάρχουν τριών ειδών κωνία, το πρώτο είδος αναγνωρίζει το κόκκινο χρώμα, το δεύτερο το πράσινο και το τρίτο το  μπλε χρώμα. Η ευαισθησία των κωνίων σε διαφορετικά χρώματα (μήκη κύματος) καθορίζεται από τις φωτοευαίσθητες χρωστικές ουσίες (φωτοψίνες) που περιέχουν. Κάθε είδος κωνίου περιέχει διαφορετικές φωτοψίνες. Προβλήματα στην έγχρωμη όραση συμβαίνουν όταν η ποσότητα της χρωστικής ανά είδος κωνίων είναι μειωμένη, ή όταν το ένα ή περισσότερα, από τα τρία είδη κωνίων, απουσιάζουν. Ένα άτομο μπορεί να έχει περιορισμένη ικανότητα στην αντίληψη του κόκκινου, του πράσινου, ή σπανιότερα του μπλε χρώματος. Ο περιορισμός αυτός είναι πανομοιότυπος και στα δύο μάτια και παραμένει σταθερός σε όλη του τη ζωή.

 Υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί της δυσχρωματοψίας. Πιο συνηθισμένη είναι η μερική αχρωματοψία, που ονομάζεται και δυσχρωματοψία. Στη δυσχρωματοψία, τα άτομα έχουν ήπιες χρωματικές ελλείψεις και συνήθως μπορούν να αντιληφθούν σωστά τα χρώματα σε καλές φωτιστικές συνθήκες, και η δυσκολία τους παρατηρείται στον αμυδρό φωτισμό. Υπάρχουν και κάποια άτομα που δεν δύνανται να διακρίνουν ορισμένα χρώματα σε οποιεσδήποτε φωτιστικές συνθήκες. Στην πιο σοβαρή μορφή της αχρωματοψίας (εξαιρετικά σπάνια συναντάται) όλα τα χρώματα προσλαμβάνονται ως διαφορετικές αποχρώσεις του γκρι.

Με την εξαίρεση της πιο σοβαρής της μορφής, η δυσχρωματοψία δεν επηρεάζει την οξύτητα της όρασης. Κατά συνέπεια δεν συσχετίζεται με χαμηλή νοημοσύνη ή μαθησιακές δυσκολίες.
Τα περισσότερα επίκτητα προβλήματα στην έγχρωμη όραση είναι αποτέλεσμα νόσου, τραύματος, μεταβολικής ασθένειας, αγγειακής νόσου ή τοξικό αποτέλεσμα από τη χρήση φαρμάκων και ουσιών. Τα προβλήματα στην έγχρωμη όραση προκαλούμενα από νόσο είναι λιγότερο κατανοητά από τα κληρονομικά προβλήματα στην έγχρωμη όραση. Συχνά υπάρχει άνιση παθολογική συμπεριφορά των δύο ματιών και συχνά είναι και προοδευτική.  Επίκτητη απώλεια στην έγχρωμη όραση μπορεί να προκληθεί από κάποια βλάβη του αμφιβληστροειδούς ή του οπτικού νεύρου.

Δεν υπάρχει θεραπεία για την αντιμετώπιση της δυσχρωματοψίας. Συνήθως δεν προκαλεί σημαντική παθολογία. Ωστόσο, μπορεί να αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα για την απασχόληση σε κάποια επαγγελμάτων (π.χ. πιλότος και οδηγός μηχανημάτων).

Μια μεταβολή στην χρωματική αντίληψη μπορεί να σηματοδοτεί μια πιο σοβαρή κατάσταση. Εάν βιώνετε μια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη των χρωμάτων είναι απαραίτητο να επισκεφθείτε τον  οφθαλμίατρο σας.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ

ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΟΣ

Προτεινόμενα Άρθρα